Καθὼς κατὰ τῷ τελευταῖῳ καιρῷ γίνεται ἐκ νέου λόγους περὶ τοῦ -βενιζελικῆς ἐφευρέσεως- ὅρου τῆς <<ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας>>, θὰ σᾶς παραθέσω αὐτουσίως ἕνα ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου (ὑπὸ μορφῆς αὐτοβιογραφίας) τοῦ Ἕλληνος βετεράνου μαχητοῦ τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατίας ἐν τοῖς ἔτεσιν 1919-1922, Ἰωάννου Βερνάρδου, ὅπου ἐν αὐτῳ περιγράφει τὶς τραγικὲς ὥρες κατὰ τῇ αἰχμαλωσίᾳ του, τόσο αὐτοῦ, ὅσο και τῶν ὑπολοίπων συμπολεμιστῶν του.
* * *
Τὸ νὰ καθήσω νὰ περιγράψω μὲ λεπτομέρειες τοὺς ἐξευτελισμοὺς καὶ τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑποφέραμε ὣς νὰ μᾶς κλείσουν στὸ ἔρημο συρματόπλεγμα τοῦ στρατοπέδου αἰχμαλώτων, μοῦ κοστίζει πολὺ καὶ τ΄ ἀφήνω.
Ἐκεῖνο τὸ συρματόπλεγμα, ὅμως, πρέπει νὰ μείνει στὴν Ἱστορία, γιὰ νὰ θυμίζει στοὺς δικοὺς μας, ποὺ εἶχαν περιποιηθεῖ τόσο ἀνθρωπιστικὰ τοὺς Τούρκους αἰχμαλώτους, ὅτι αὐτὸ τὸ λάθος δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνουμε δεύτερη φορά.
Ἕξι ἡμέρες μέναμε διψασμένοι καὶ νηστικοί, πεταγμένοι στὸ ὕπαιθρο σὰν τὰ σκυλιά. Στὸ διάστημα ἐκεῖνο γνώρισα μὲ φρίκη τὴν φοβερὴ ὄψη ποὺ παίρνει ὁ ἄνθρωπος ἅμα λυσσάξει! Γιατὶ πολλοὶ δυστηχισμένοι αἰχμάλωτοι πέθαναν μὲ τρομερὴ ἀγωνία, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν οὔτε μία σταγόνα νερὸ ἕξι ἡμέρες!
Γιὰ μισὸ κύπελο νεράκι ἔδωσα τότε σ΄ ἕναν ἀγριότουρκο τὸ φτωχὸ μου ῥολογάκι (...)
(...) Ἡ ἀγωνία τῆς δίψας ἀνάγκασε τοὺς πιὸ ἀπελπισμένους νὰ σκάψουν στὴ γῆ πηγάδι, μὲ μία ἐλπίδα πὼς θὰ ἔβρισκαν λίγο νερό. Οἱ Τοῦρκοι στὴν ἀρχὴ γελοῦσαν, ὅταν ὅμως εἶδαν πὼς τὸ πηγάδι βάθαινε πολὺ μὲ τὴν ὑπεράνθρωπη προσπάθεια τῶν δυστυχισμένων φαντάρων ποὺ δούλευαν νύχτα μέρα, λύσσαξαν ἀπὸ τὸ κακὸ τους... Χτυπώντας ἄγρια μέχρι σκοτωμοῦ τοὺς σκεθρωμένους αἰχμαλώτους, ποὺ ἡ λαχτάρα τῆς δίψαν τοὺς ἔδινε δύναμη καὶ νὰ σκάβουν ἀκόμη, ἐνῶ ἦσαν ἑτοιμοθάνατοι, ἅρπαξαν τὰ δύο παλιόφτυαρα, ποὺ μὲ αὐτὰ εἶχαν σκάψει ἕνα βάθος ἀπὸ δυόμιση μέτρα, καὶ εἶδα τότε τὰ φτωχὰ παιδιὰ νὰ σκάβουν τὸ χῶμα μὲ μυτερὲς πέτρες καὶ μὲ τὰ νύχια τους.
Ἄλλοι, παλαβωμένοι ὁλότελα, γυμνώθηκαν καὶ ἔπεσας στοὺς βρωμεροὺς λάκκους τῶν ἀποχωρητηρίων ζητώντας ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πάρουν λίγη δροσιά.
Πῶς ἄντεξα καὶ εἶδα καὶ πέρασα τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα μαρτύρια; Συστηματικά, διαλεγμένα γιὰ νὰ θανατώνουν σιγὰ σιγὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βλέπει καὶ ὁ ἴδιος μὲ τὰ μάτια του τὸν ἀπαίσιο θάνατο ποὺ ἐρχόταν ἀγριωπὸς νὰ τὸν πάρει! Ἔξω ἀπὸ τὸ συρματόπλεγμα, οἱ Τοῦρκοι μᾶς κοιτοῦσαν γελώντας. Ἔπιναν τὸ δροσερὸ νεράκι ἀπὸ τὰ γύρω πηγάδια μὲ τρόπο ἐπιδεικτικό, ἐνῶ ἐμεις πεθαίναμε τῆς δίψας... Ἔτρωγαν λαχταριστὰ φροῦτα, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς πεινούσαμε, ἤμασταν νηστικοὶ ἀπὸ δέκα ἡμέρες!
Πολλὲς φορὲς ἔπαιζαν κάποιο βάρβαρο παιγχνίδι εἰς βάρος τῆς δυστυχίας μας. Ἕνας τσαούσης (λοχίας) ἐρχόταν καὶ μᾶς ἔλεγε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ συρματόπλεγμα γιὰ νερό. Ὁ τόπος πλημμύριζε τότε κοντὰ στὴν ἔξοδο ἀπο ἀνθρώπους-φαντάσματα, ποὺ εἶχαν ζωγραφισμένη στὴν ὄψη τους τὴν λαχτάρα τῆς δίψας, τῆς πείνας. Καὶ ἐκεῖνα τὰ σκυλιά, ποὺ δὲν ἔχουν ἀνθρώπινη καρδιά, ποὺ εἶναι μεγάλο στῖγμα γιὰ τὸν πολιτισμὸ τοῦ αἰώνα μας, ἔπεφταν ἐπάνω στὸ σωρὸ μὲ ξύλα τεράστια καὶ κτυποῦσαν ἀλύπητα κλείνοντας τὰ μάτια... Ὅποιος ἔτρωγε μία, δὲν ἤθελε δεύτερη. Ἔτσι λύγιζαν τὰ κακόμοιρα παιδιά, σὰν τὰ στάχυα κάτω ἀπὸ τὸ δρεπάνι, καὶ ἔπεφταν στὴν γῆ ματοκυλισμένα. Ὁ ἐπιθανάτιος βρόγχος τους, ποὺ ἦταν ἱκανὸς καὶ θεριὰ νὰ μαλακώσει, ἔκανε τοὺς Τούρκους νὰ γελοῦν!
Καὶ ὁ ἴδιος ἔφαγα μία στὸ κεφάλι μὲ ἕνα χονδρὸ ξῦλο, καὶ ὅπως ἔπεσα κάτω ζαλισμένος σκέφθηκα μὲ ἄγρια χαρὰ πὼς ἐπὶ τέλους θὰ πέθαινα. Θὰ τελείωναν γιὰ ἐμένα τὰ μαρτύρια... Ἔζησα, ὅμως, κι ἔφαγα τὸ πικρὸ ψωμὶ τῆς αἰχμαλωσίας ἐπὶ ὀκτὼ μῆνες. Ἔζησα γιὰ νὰ δῶ καὶ ἄλλα βασανιστήρια νὰ κλάψω πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συμμαθητὲς μου τοῦ οὐλαμοῦ, ποὺ πέθαναν ἀπὸ ἐξανθηματικό, κρυοπαγήματα καὶ τόσες ἄλλες ἀρρώστειες.
Ἅμα πέρασαν οἱ πρῶτες ἕξι ἡμέρες, καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶχαν πιὰ κανέναν φόβο νὰ γυρίσει πίσω ὁ νικημένος στρατός, ἅμα, δηλαδή, πίστεψαν καὶ αὐτοὶ πὼς πραγματικὰ νίκησαν, ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ συνεπῆρε καὶ ξερίζωσε ὁλόκληρο τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὴν Μικρασία, πρὸ πάντων ὅμως, ἅμα κουράστηκαν ἀπὸ τὸ εὔκολο σκότωμα τόσου ἄμαχου καὶ ἄοπλου κόσμου, ἀποφάσισαν, γιὰ τὰ μάτια τῆς Εὐρώπης, νὰ κάνουν ἕνα στρατόπεδο γιὰ τοὺς αἰχμαλώτους. (...)
(...) Τὴν ἡμέρα ποὺ ἀδειάσαμε τὸ πρῶτο συρματόπλεγμα, βρήκαμε ἐπάνω ἀπὸ τριακόσια πτώματα μέσα... Πτώματα ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ σαπίζουν καὶ ὅμως, ἔμεναν κοντὰ τους, κοιμόμασταν στὸ χῶμα πλάι τους τόσα ἡμερόνυχτα!
Πῶς νὰ περιγράψει κανεὶς τὴν φρικτὴ εἰκόνα ποὺ παρουσιάσθηκε στὰ μάτια μας; Καὶ ὅμως, οἱ Τούρκοι ἔψαχναν ἀκόμα καὶ τὰ πτώματα ἐκεῖνα, μὲ τὴν ἐλπίδα κάτι νὰ κλέψουν!
Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἔμειναν ζωντανοὶ ἀπὸ τὴν κόλαση ἐκείνη, μήπως εἶχαν καλλίτερη ἐμφάνιση; Περισσότερη δύναμη;... Ἐκεῖνοι, ἄψυχα πτώματα - ἐμεῖς πτώματα ποὺ μᾶς κινοῦσε τὸ ἔνστικτό!
Καὶ ξέσπασε στὸ κεφάλι ἕνας βαρὺς χειμῶνας, ποὺ βοήθησε τοὺς Τούρκους νὰ μᾶς ξεπαστρέψουν μία ὥρα ἀρχύτερα. Στὸ στρατόπεδο ἔπεσε τῦφος ἐξανθηματικὸς καὶ οἱ πεθαμένοι ἔφθαναν τοὺς πενήντα τὴν ἡμέρα! Οἱ ἄρρωστοι γέμισαν τὰ πρόχειρα νοσοκομεῖα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς κουβαλούσαμε κατευθεῖαν στὸν λάκο. Νοσοκομεῖα!... κάμποσες βρώμικες ἀποθῆκες, χωρὶς θέρμανση, χωρὶς ἥλιο, χωρὶς φάρμακα, χωρὶς κρεββάτια... αὐτὰ τὰ νοσοκομεῖα μᾶς εἶχαν οἱ Τοῦρκοι. (...)
(...) Τί νὰ πῶ γιὰ τὸ θανατικὸ ποὺ ἔπεσε στοὺς φτωχοὺς οὐλαμῖτες; Χάσαμε πάνω ἀπὸ τριάντα λαχταριστὰ παιδιά, ποὺ τὰ ὀνόματα τους μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ θυμηθῶ μὲ τὴν σειρά.
Κάνω μνημόσυνο σ΄ αὐτὴ τὴν σκιὰ τῆς Ἱστορίας γιὰ τούς: Ἀγγελίδη, Χρήστου, Ρίζο, Λάζο, Χριστόπουλο, Ζουμάκη, Λαζάρου, Ζαφειρόπουλο, Ραζάκη Ι. Σουλῆ, Δρούτσα, Κωστόπουλο, Σταυρουλάκη κ.ἄ., ποὺ χάθηκαν στὴν φοβερὴ ἐκείνη θεομηνία, μὲ τὸ πικρὸ παράπονο πὼς οἱ κόποι τους πῆγαν στὸν βρόντο, πὼς οἱ ἐλπίδες τους σκορπίστηκαν μέσα στὴν ἀνεμοζάλη τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς.{1}
* * *
ἈΝΤΙ ἘΠΙΛΟΓΟΥ
Ἡ ΜΟΓΓΟΛΙΚΗ ΛΑΙΛΑΠΑ
Ἂν μὴ τί ἄλλο δὲν περίμενα προσωπικῶς καλλιτέρα ἀντιμετώπισις ἀνθρωπίνων πλασμάτων ἀπὸ τοὺς -βαρβαρότερους ἐκ τῶν σελτζούκων- ἀπογόνους τῆς μογγολικῆς φυλῆς ἐκ τῆς Στέπας ὀθωμανῶν, σημερινοὺς τούρκους.
Ἀσφαλῶς, ἐν τῇ μελουμένῃ ἐπερχομένη τουρκικὴ εἰσβολὴ ἐν Ἑλλάδι, πολλοὶ δυστυχεῖς συμπολίτες μας τυφλωμένοι ἐκ τοῦ διαφωτιστικοῦ οὐμανιστικοῦ σκότους, θὰ τὸ κατανοήσουν ἐκ τῶν ἔσω.
Καὶ θὰ τὸ κατανοήσουν μόνο ἐκ τῶν ἔσω, καθὼς ἂν εἶχαν τὴ δυνατότητα ὁράσεως, θὰ ἀντίκρυζαν σήμερα -ἐν τῷ Εἰκοστῷ πρώτω Αἰώνι, ἐν ἀντιστοιχίᾳ ὅπως σηνεχῶς θέλουν νὰ τονίζουν ὅταν ἀναφέρουμε μογγολικὰ ἐγγλήματα, πὼς: <<ἐν τῷ Αἰώνι μας δὲν διαπράτονται πλέον>> (!)-, τὶς μογγολικὲς ὁρδὲς τοῦ Βλαδιμῆρ Πού(σ)τιν νὰ καταστρέφουν μιὰ ἑλληνικότατη πόλη -μὲ σημαντικὴ ἑλληνικὴ πληθυσμιακὴ μειονότητα ἀκόμα καὶ σήμερα-, τὴ Μαριούπολη, στοχεύοντας διὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ σὲ ἀμάχους -κυρίως γυναῖκες καὶ ἀμούστακα παιδάκια. Δείχνοντας ὅλη τὴ νοσυρότητα τῶν ὑπάρξεων τους, καὶ τὴν ὑπανθρωπίλα τους, παρομοίως ἐν τῷ Βερολίνῳ τῷ 1945, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Κύπρῳ, τῷ 1974.
Ἡ Ἑλληνικὴ κοινότης τῆς Μαριουπόλεως. Αὐτοὺς κονιορτοποίησαν οἱ ῥωσικὲς μογγολικὲς ὁρδές.
Ρῶσοι στρατιῶτες.
* * *
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ὁ ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ
Στερνὸς ἀπ΄ ὅλους δούπησε κι ὁ σαλπιγκιτὴς στὸ χῶμα.
Τῆς σάλπιγγας του ὁ ἀντίλαλος δὲν εἶχε σβήσει ἀκόμα.
Τῆς Μικρασίας ξετρέχοντας τὰ πλάτη πέρα ὣς πέρα
πότε ἀντηχοῦσε σὰ λυγμὸς καὶ πότε σὰ φοβέρα.
Ἄθαφτος λιώνει ὁ Σαλπιγκτῆς μέσ΄ τὶς βροχές. Παρέκει ἡ σκουριασμένη σάλπιγγα πιστὰ του παρεστέκει.
Μὲ τοῦ χιονιοῦ τὸ σάβανο τοὺς σκέπασε ὁ χειμώνας
κι ἦταν βαρὺς σὰν κόλαση, μεγάλος σὰν αἰῶνας.
Μὰ τί κι ἂν ἤρθε ἡ ἄνοιξη; Μέσα στὸ νέο χορτάρι δὲ φαίνεται οὔτε σάλπιγγα, οὔτε σκεβρὸ κουφάρι.
Μόνο ἀπὸ νύχτα σὲ νυχτιὰ βγαίνει τὸ φάντασμα του
καὶ ψάχνει στὰ χαμόκλαδα νὰ βρεῖ τὴ σάλπιγγα του.
Μὴν ἀποκάμεις, Σαλπιγκτή, καὶ μὴ λιγοπιστήσεις!
Χιλιάδες νύχτες θὰ διαβοῦν, νύχτες σιγῆς καὶ φρίκης.
Μὰ θάρθει-θάρθει ἕνα πρωῒ ποὺ ἐσὺ θὰ τοὺς χτυπήσεις
μὲ τὴν παλιὰ σου σάλπιγγα τοὺς νέους σκοποὺς τῆς Νίκης. {2}
Γ. Ἀθάνας
<<Μὴν ἀποκάμεις, Σαλπιγκτή, καὶ μὴ λιγοπιστήσεις!>>.
ΤΑ ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ
Στὴν Ἁγιᾶ Σοφιᾶ ἀγνάντια
βλέπω τὰ Εὐζωνάκια
Τὰ Εὐζωνάκια τὰ καημένα,
μὲς στοὺς ἥλιους μαυρισμένα
κλέφτικο χορὸ χορεύουν
καὶ τ΄ ἀντίπερα ἀγναντεύουν.
Κι ἀγναντεύοντας τὴν Πόλη
τραγουδοῦν καὶ λένε
νά... ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ μας,
πάλι θὰ γενεῖ δικιὰ μας,
Νά... καὶ οἱ χρυσοὶ της θόλοι
ἂχ κατακαημένη Πόλη.
Στὴν Κυρὰ τὴν Δέσποινα μας
πέστε μὴ λυπάται
Στὶς εἰκόνες νὰ μὴ κλαῖνε,
τὰ Εὐζωνάκια μας τὸ λένε
Τὰ Εὐζωνάκια μας τὸ λένε
στὶς εἰκόνες νὰ μὴ κλαῖνε.
Κι ὁ παπὰς πούναι κλεισμένος
μέσα στ΄ Ἅγιο Βῆμα
ὅπου νάναι δὲν θ΄ ἀργήσει
νάβγει νὰ τὰ κοινωνήσει,
ὅπου νάναι βγαίνουν τ΄ ἅγια
μεσ΄ ἀπὸ μυρτιὲς καὶ βάγια.
Μεσ΄ ἀπὸ μυρτιὲς καὶ βάγια
ὅπου νάναι βγαίνουν τ΄ ἅγια.{3}
Δημοτικὸ ἄσμα, περὶ ἀκροάσεως, ἐπιλέξτε ἐδῶ.
<<Στὶς εἰκόνες νὰ μὴ κλαῖνε,
τὰ Εὐζωνάκια μας τὸ λένε>>.
* * *
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
{1}. Πηγή: Ἰ.Ἀ. ΒΕΡΝΑΡΔΟΥ, <<Ὁ ΟΥΛΑΜΟΣ ΤΟΥ ἈΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡ>>, ἐκδόσεις <<Eurobooks>>, σελίδες 90 ἔως 92.
{2}. Πηγή: Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΥ, <<Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ Σπαθιοῦ τὴν τρομερή>>, ἔκδοσις ἰδιωτική, σελὶς 158ή.
{3}. Πηγή: Ὅπως παραπάνω, σελίς 143ή.